Καιρός να εκμεταλλευτούμε την κρίση

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

Μια γρήγορη επισκόπηση του ξένου Τύπου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η χώρα μας εμφανίζεται διεθνώς σαν ο «μικρός ασθενής» της Ευρωζώνης. Σε οικονομικό επίπεδο, η Ελλάδα παρουσιάζεται γραφειοκρατικά βραχυκυκλωμένη, υπερχρεωμένη, μη ανταγωνιστική, σε τροχιά αύξησης της ανεργίας και στα πρόθυρα της αποχώρησης ή αποπομπής της από την Ζώνη του Ευρώ. Σε πολιτικό επίπεδο, αναφέρεται ως μια χώρα στατική και καθηλωμένη, με μια κυβέρνηση που διαθέτει ισχνότατη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, και που διστάζει (αναβάλλοντας διαρκώς) να προχωρήσει στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις (για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας) εν μέσω μιας πρωτοφανούς παγκόσμιας και παρατεταμένης ύφεσης. Αλλά και η αντιπολίτευση ελέγχεται ως καταγγελτική και στείρα, διότι πεισματικά κάνει μόνο ζοφερές επισημάνσεις χωρίς αντιπροτάσεις, οι οποίες αναπαράγονται από τα διεθνή μέσα επιβεβαιώνοντας την ήδη προβληματική μας εικόνα.

Παρά τις θελκτικές διαφημίσεις του ΕΟΤ, οι ξένοι θυμούνται μόνο τις πυρκαγιές του 2007, τα σκάνδαλα (Ζίμενς, Βατοπέδι), τις καταλήψεις στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, την καταστροφική μανία των κουκουλοφόρων, τη συμφόρηση στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, τα μπλόκα των αγροτών, τις απαγωγές ευκατάστατων επιχειρηματιών και την επανεμφάνιση της τρομοκρατίας. Αυτά και άλλα ενισχύουν την αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι ένα «αποτυχημένο κράτος». Και ενώ εμείς αντέχουμε τις αβάστακτες κοκορομαχίες πολιτικών και δημοσιογράφων στην τηλεόραση, το κόστος της αρρυθμίας, της ανομίας και της ατιμωρησίας γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Διότι η διαστρεβλωμένη (κατά τη γνώμη μου) εικόνα μας σίγουρα μειώνει τον εισερχόμενο τουρισμό και τις ξένες επενδύσεις και συντείνει στην περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων εξωτερικού δανεισμού, ο οποίος κρίνεται απαραίτητος για τη στήριξη της οικονομίας μας. Κυριολεκτικά, δηλαδή, πριονίζουμε το κλαδί πάνω στο οποίο όλοι καθόμαστε.

Τι πρέπει και τι μπορεί να γίνει για να σταματήσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο της κακοδαιμονίας; Σε μια εποχή όπου οι εβδομαδιαίες δημοσκοπήσεις έχουν ανακηρυχθεί ως ρυθμιστές της συμπεριφοράς των πολιτικών μας κομμάτων, είναι καιρός για όλους τους πολίτες να εκφράσουν καθαρά τη γνώμη τους. Μια κυβέρνηση, που λειτουργεί κάτω από το φάσμα της φημολογίας για αιφνιδιαστικές και κυλιόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί, να σχεδιάσει, να νομοθετήσει και να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, που ανεβοκατεβάζουν τους τόνους και τις παρεμβάσεις τους ανάλογα με τα ποσοστά αποδοχής τους από τον κόσμο, δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι είναι και αυτά συνυπεύθυνα για την αντιμετώπιση της κλιμακούμενης κρίσης. Επομένως, ελπίδα μου είναι ότι τα ποσοστά όλων των κομμάτων στις μελλοντικές δημοσκοπήσεις θα συνεχίσουν να μειώνονται ισόποσα, και ότι στην κορυφή των προτιμήσεων θα αναρριχηθεί το «κανένα».

Σε μια εδραιωμένη δημοκρατία η συχνή προσφυγή στις κάλπες καταλήγει στη δημαγωγία και την παροχολογία εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Σε περίοδο μάλιστα μεγάλης κρίσης μπορεί να έχει μοιραία αποτελέσματα. Οι πολίτες της χώρας μας δεν πρέπει να περιμένουν παθητικά σε κάποια γωνία για να συμπεριληφθούν στο δείγμα του άλφα ή βήτα δημοσκοπικού οργανισμού. Αντιθέτως, πρέπει να τονώσουμε τη σχετικά υποτονική κοινωνία μας των πολιτών. Για παράδειγμα, η ώρα έφτασε να δημιουργηθεί και να συντηρηθεί ένα μη κρατικό, μη κερδοσκοπικό κέντρο αξιολόγησης των δραστηριοτήτων δημόσιων (γιατί όχι και ιδιωτικών) οργανισμών και των λειτουργών τους. Εξυπακούεται ότι η αξιολόγηση και η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων θα θέτουν τους αξιολογούμενους ενώπιον των ευθυνών τους.

Οι πολιτικοί θα μπορούσαν να αξιολογούνται για το ποσοστό συμμετοχής τους στις συνεδριάσεις του Κοινοβουλίου, την παραγωγή νομοθετικού έργου, την πειστικότητα και τεκμηρίωση των απόψεών τους, και τον «δείκτη ρουσφετολογίας» που επιδεικνύουν. Για τα μέσα ενημέρωσης, συγγενή με τη δημοσιογραφία πανεπιστημιακά τμήματα –καθώς και το προτεινόμενο κέντρο αξιολόγησης– πρέπει σύντομα να καθιερώσουν ένα «δείκτη κιτρινισμού» και να δημοσιοποιούν, χωρίς εξαρτήσεις πλέον στην εποχή του Ιντερνετ, τους πρωταθλητές της κακοποίησης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Η μεθοδολογία της ποσοτικής και ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου είναι διεθνώς καθιερωμένη και τα κριτήρια της εκάστοτε αξιολόγησης μπορούν να προσδιορίζονται από αντιπροσωπευτικές επιτροπές των επιμέρους φορέων. Είναι καιρός, επίσης, ο χώρος της ανώτατης παιδείας να γίνει αντικείμενο πρόσθετης αξιολόγησης από εξωπανεπιστημιακούς φορείς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.



Δεν είμαστε μια κοινωνία αγγέλων. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο ποσοστό, όλες οι υπόλοιπες κοινωνίες του κόσμου επιδίδονται στο παιχνίδι της προώθησης προσωπικών και κομματικών συμφερόντων. Αλλά, σε περιόδους μεγάλης κρίσης, μια ώριμη κοινωνία πρέπει να βρίσκει τη δύναμη να συσπειρώνεται για να επιβιώσει. Μετά την καταστροφή το 1922, και την εισροή 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων από τη Μικρά Ασία, έγινε από τις κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1920 μια συγκλονιστική προσπάθεια απορρόφησης και αποκατάστασης όλων των εκτοπισμένων του τραγικού πολέμου. Τον Οκτώβριο του 1940, παρά το γεγονός ότι μας κυβερνούσε το αυταρχικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, μπροστά στην απειλή της εισβολής από τις δυνάμεις της φασιστικής (τότε) Ιταλίας, ενωθήκαμε σαν μια γροθιά για να αναχαιτίσουμε και να νικήσουμε τους εισβολείς. Και πάλι το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την κατάρρευση της δικτατορίας του Ιωαννίδη, σταθήκαμε όρθιοι, όλοι μαζί, στην επώδυνη διαδικασία μετάβασης στην εδραιωμένη δημοκρατία, που κορυφώθηκε με την ένταξη της χώρας μας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Δυστυχώς, μετά την απελευθέρωσή μας από τον ναζιστικό ζυγό το 1944, κυριολεκτικά αιματοκυλήσαμε την πατρίδα μας με ένα αδελφοκτόνο εμφύλιο, οι πληγές του οποίου σημάδεψαν βαθιά τη μεταπολεμική μας ιστορία. Το μεγαλύτερο λάθος των πολιτικών μας δυνάμεων σήμερα θα ήταν να υποτιμήσουν το μέγεθος της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας. Δεν είναι καιρός τώρα για δημοκοπίες, λεονταρισμούς και λαϊκισμούς. Είναι η ώρα να συσπειρωθούμε και να αντιληφθούμε ότι είτε θα επιπλεύσουμε όλοι μαζί είτε θα βουλιάξουμε όλοι μαζί. Το παράδειγμα του συναινετικού και συμφιλιωτικού λόγου του Μπαράκ Ομπάμα, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, θα πρέπει να εμπνεύσει και τους δικούς μας πολιτικούς. Κάτω από την αυστηρή αλλά και προσγειωμένη επιτήρηση όλων των Ελλήνων θα τα καταφέρουμε να ξεπεράσουμε και αυτήν τη μεγάλη κρίση.

Tου Θεοδωρου Κουλουμπη*